www.telecomnews.gr

A+ A A-

Obuction Review

Για τα παιχνίδια Myst θα μπορούσα να γράφω μέχρι αύριο. Η τεχνολογική τους υπεροχή σε συνδυασμό με τον μοναδικό σχεδιασμό των κόσμων τους, τους υπέροχους και προκλητικούς γρίφους τους, αλλά κυρίως το βάθος του lore τους, είναι κάποια από τα στοιχεία που έχουν μείνει ανεξίτηλα σε όλους τους Myst fans. To 2013 η Cyan ανακοίνωσε το Obduction, τον πνευματικό διάδοχο της σειράς Myst. Το Obduction έγινε πραγματικότητα με τη βοήθεια crowdfunding και κυκλοφόρησε το 2016, όμως ο αρχικός ενθουσιασμός μετατράπηκε γρήγορα σε γκρίνια. Βλέπετε, όπως τα περισσότερα παιχνίδια της Cyan, έτσι και αυτό χρειαζόταν τούρμπο μηχάνημα για να τρέξει. Στην περίπτωση, δε, του Oculus Rift τα πράγματα ήταν ακόμη χειρότερα, αν και λόγω VR η σχετική γκρίνια ήταν πιο μετριοπαθής. Εγώ με το ταπεινό μου PCάκι, καθότι δεν είχα στον ήλιο μοίρα (αφού χρειαζόμουν πρακτικά νέο PC), κάθισα σε μία γωνίτσα και μυξόκλαιγα. Μέχρι τον περασμένο Αύγουστο όταν και το παιχνίδι κυκλοφόρησε για PS4. Και εδώ, βεβαίως, η γκρίνια δεν έλειψε, αφού η Cyan είχε υποσχεθεί συμβατότητα με το PS VR, την οποία δεν έχουμε δει ακόμα.

Το Obduction ξεκινάει με τη μεταφορά σας σε ένα ξένο πλανήτη, με την εισαγωγή να είναι αρκετά εντυπωσιακή. Βρίσκεστε πάνω σε ένα μονοπάτι σε κάποιο άγνωστο σημείο στην Γη, ενώ παράλληλα μία φωνή (που αποδεικνύεται αργότερα ότι είναι ένας από τους χαρακτήρες του παιχνιδιού, η Farley) εξιστορεί την προσωπική της εμπειρία. Ξαφνικά κάτι που μοιάζει με διάττοντα αστέρα εμφανίζεται και εσείς πηγαίνετε προς τα εκεί. Ένα άγνωστο αντικείμενο που μοιάζει με γιγαντιαίο σπόρο βρίσκεται μπροστά σας και προτού το καταλάβετε μεταφέρεστε στον πλανήτη. Εδώ ξεκινάει πρακτικά και το παιχνίδι. Σε αντίθεση με τα Myst, όπου ουσιαστικά πάντα απαντούσατε στην έκκληση βοήθειας του φίλου Atrus ο οποίος και έκανε έναν πρόλογο για το στόρι του εκάστοτε παιχνιδιού, εδώ τα πράγματα είναι εντελώς μοναχικά. Δε γνωρίζετε τίποτα για τον πλανήτη, ούτε τον λόγο για τον οποίο μεταφέρεστε εκεί. Οπότε πρέπει να τα ανακαλύψετε όλα. Όπως σε κάθε παιχνίδι της Cyan, έτσι και εδώ βρίσκετε πολλά journals και logs των χαρακτήρων, μέσα από τα οποία μαθαίνετε και δένετε την όλη ιστορία.

Μέσα από τα journals αυτά, μαθαίνετε για τους τέσσερις αδερφούς πλανήτες και τους αντίστοιχους κατοίκους τους. Ο βασικός κόσμος για εσάς είναι ο Hunrath, ένας πλανήτης-αντιγραφή της Αμερικανικής Αριζόνα των αρχών του 20ού αιώνα, στον οποία απήχθη και μεταφέρθηκε ολόκληρη κοινότητα μεταλλουργών-μεταλλωρύχων. Παράλληλα υπάρχει ο Kaptar, κόσμος των εντομοειδών Arai, ο Soria που κατοικείται από τους αμφιλεγόμενους και τεχνολογικά προηγμένους Mofang και τέλος ο Maray, πατρίδα των ειρηνικών Villein. Οι τέσσερις αυτοί κόσμοι συνδέονται μεταξύ τους μέσω της καρδιάς των “Δέντρων”, που αποτελούν πηγή ενέργειας και ισορροπίας. Τα δέντρα αυτά παράγουν και τους σπόρους μέσω των οποίων είναι δυνατή η μεταφορά μεταξύ των κόσμων. Ενώ, λοιπόν, στην αρχή οι τέσσερις φυλές προσπαθούσαν να επικοινωνήσουν και να συνεργαστούν ειρηνικά, φαίνεται πως η ισορροπία αυτή έχει πλέον διαταραχτεί με αποτέλεσμα οι κόσμοι να έχουν πρακτικά ερημώσει.

Obuction Review

Από αυτό το σημείο ξεκινούν όλα.

Μακάρι να είχα να αναφέρω περισσότερα για το σενάριο. Δε θέλω να σας σποϊλάρω, αλλά δεν μπορώ και να κρατηθώ από το να γράψω πως σεναριακά το παιχνίδι δεν έχει τίποτα παραπάνω από αυτά που προανέφερα. Δυστυχώς, σε αντίθεση με τα Myst, το lore των οποίων προφανώς απασχολούσε πολύ τους δημιουργούς σε σημείο να το κάνουν βιβλίο, εδώ τα πράματα μένουν στην επιφάνεια. Ναι, διαβάζετε αρκετά journals, αλλά καμία σχέση με τον όγκο ανάγνωσης στα Myst. Ναι, μαθαίνετε πολλά τόσο για τους γήινους κατοίκους του Hunrath, όσο και για τους εξωγήινους κατοίκους των αδερφών πλανητών. Αλλά η πληροφόρηση μένει μόνο σε επίπεδο εγκυκλοπαιδικό - ποιοί είναι, πώς βρέθηκαν εκεί, πώς σχεδιάζουν να φύγουν. Δεν υπάρχει κατάλληλο υπόβαθρο και βέβαια καμία φιλοσοφική ή άλλη προέκταση του όλου σκηνικού. Απλά είστε σε ένα ξένο πλανήτη και πρέπει να βρείτε τρόπο διαφυγής.

Και βέβαια όταν μιλάμε για δημιούργημα της Cyan, γνωρίζετε εκ των προτέρων ότι η διαφυγή αυτή είναι πολύ δύσκολη. Νομίζω ότι στο Obduction η Cyan προσπάθησε να φτάσει το επίπεδο γρίφων και δυσκολίας του Riven. Δυστυχώς δεν τα καταφέρνει, όχι γιατί λείπει η δυσκολία – τουναντίον. Δεν τα καταφέρνει γιατί λείπει η πρωτοτυπία. Το Riven κυκλοφόρησε το 1997, σε μία περίοδο που ναι μεν οι κλώνοι του Myst είχαν κάνει την εμφάνισή τους, αλλά κανείς δεν μπορούσε να ξεπεράσει το πρωτότυπο πλην των δημιουργών του. 20 χρόνια μετά και ενώ τα πάντα στο gameplay φωνάζουν Myst και Riven, κάτι ξενίζει. Και είναι αυτό που ενώ τότε συγκινούσε, τώρα δείχνει παλιακό και αδιάφορο, αν όχι εκνευριστικό.

Obuction Review

Ο κόσμος του Hunrath.

Στο Obduction τη θέση των διάσημων βιβλίων-πυλών του Myst έχουν πάρει μηχανές που αντιγράφουν τη φυσική διαδικασία μεταφοράς που προκαλούν οι σπόροι των δέντρων που βρίσκονται σε κάθε έναν από τους τέσσερις πλανήτες. Έτσι, όπως και στo Myst, ταξιδεύετε σε διαφορετικά σχεδιασμένους κόσμους, στους οποίους δυστυχώς πρακτικά επαναλαμβάνετε τις πράξεις σας. Έτσι, στην αρχή πρέπει να καταστρέψετε μία συσκευή που συντηρεί τον εκάστοτε πλανήτη μέσα σε ένα θόλο, στη συνέχεια να δώσετε ενέργεια και τέλος να βρείτε τρόπο να προσεγγίσετε το “Δέντρο”, να το ποτίσετε και να ανοίξετε την πύλη επικοινωνίας με τους υπόλοιπους κόσμους-πλανήτες.

Δυστυχώς, το Obduction αντί να προσπαθήσει να διορθώσει τα λάθη των Myst και Riven, που πάντα ήταν το άσκοπο πηγαινέλα και το ότι πολύ συχνά ο παίκτης ήταν χαμένος χωρίς να ξέρει πώς να προχωρήσει, αντιγράφει πιστά το gameplay. Έτσι, ενώ στην αρχή όλα φαίνονται καταπληκτικά και συγκινητικά καθώς νιώθετε ότι ξαναπαίζετε Myst, μετά τα μισά του παιχνιδιού καταλήγουν μία εκνευριστική αγγαρεία. Και λέω εκνευριστική γιατί σχεδόν ποτέ δεν γνωρίζετε τί να κάνετε. Και άντε, στον Hunrath υπάρχει ο CW, ο μόνος χαρακτήρας τον οποίο συναντάτε και σας μιλάει, που για άγνωστο λόγο ξεκινάει με το να σας δίνει οδηγίες για το τί να κάνετε χωρίς ποτέ να καταλαβαίνετε αν αυτός βοηθάει καθόλου στο όλο εγχείρημα της διαφυγής ή απλά περιμένει. Τουλάχιστον σας βοηθάει κάπως. Στους υπολοιπους, όμως, κόσμους δεν υπάρχει κανείς και όλα βασίζονται στην υπομονή σας.

Γιατί πρέπει να περιηγηθείτε πολύ στους κόσμους αυτούς. Πάρα πολύ. Πάρα πάρα πολύ. Αυτό ήταν πάντα χαρακτηριστικό της Cyan και των παιχνιδιών Myst, αλλά εν έτει 2017 φαντάζει επιτηδευμένα σαδιστικό. Σημειώστε ότι εδώ περπατάτε ή τρέχετε, δεν υπάρχει επιλογή για flash μετακίνηση που υπήρχε στα Myst. Και ενώ θέλετε να πάτε παρακάτω για να δείτε και άλλο από τους εκπληκτικούς κόσμους του Obduction, η κούραση του επαναλαμβανόμενου πηγαινέλα σας ωθεί στο να κάνετε save για να συνεχίσετε άλλη μέρα με καθαρό μυαλό.

Obuction Review

Ο κόσμος του Maray.

Καθαρό μυαλό, γιατί ορισμένοι γρίφοι του παιχνιδιού σας βγάζουν από τα ρούχα σας. Στην πλειοψηφία τους είναι ιδιαιτέρως έξυπνοι και προκλητικοί, αν και υπερβολικά οικείοι αν έχετε παίξει Myst. Βασίζονται στην παρατήρηση αλλά και στην δημιουργικότητά σας. Υπάρχουν όμως και ορισμένοι που χαλαρά θα τους τοποθετούσα στη λίστα με τους χειρότερους γρίφους που έχω δει σε adventure. Αυτοί δεν είναι άλλοι από τους δύο γρίφους που απαιτούν συνδυαστικό πηγαινέλα ανάμεσα σε κόσμους, κάτι που μπορεί να σας πάρει ώρες μέχρι την τελική επίλυση, πολύ απλά γιατί κάθε πηγαινέλα παίρνει περίπου πέντε λεπτά. Οπότε εάν θέλετε να πειραματιστείτε, για παράδειγμα, με το τί επίδραση έχει ένα κουμπί του ενός κόσμου στον άλλο, πρέπει να περιμένετε πέντε λεπτά για μία δράση πέντε δευτερολέπτων. Ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω το λόγο για τον οποίο στην εποχή μας οποιοσδήποτε game designer εγκρίνει τέτοιους γρίφους. Καταλαβαίνω τη νοσταλγία για το Myst, αλλά πραγματικά, λυπηθείτε μας.

Ο χειρισμός, κατά τα άλλα, είναι πολύ απλός. Το παιχνίδι είναι πρώτου προσώπου και με τους αναλογικούς μοχλούς του Dualshock χειρίζεστε την κίνηση και την κάμερα, ενώ πρακτικά με οποιοδήποτε άλλο κουμπί έχετε διάδραση με το περιβάλλον. Σε αντίθεση με τα Myst, δεν έχετε κανενός είδους inventory, ούτε για αντικείμενα αλλά ούτε και για χαρτιά/βιβλία. Αυτό προκαλεί έξτρα πονοκέφαλο στο gameplay, οπότε σας συνιστώ συχνά πυκνά να παίρνετε screenshots, αφού χρειάζεται είτε να ανατρέξετε σε logs είτε να απομνημονεύσετε αλληλουχία αριθμών.

Το ατού κάθε Myst ήταν, εκτός από την πρωτοτυπία των γρίφων, ο τεχνικός τομέας και ο σχεδιασμός των κόσμων. Και αν στο πρώτο το Obduction χωλαίνει κάπως, στο δεύτερο ανταμείβει με το παραπάνω. Πιστεύω πως επιτέλους η Cyan κατάφερε και έφτιαξε αυτό που πάντα ονειρευόταν: ζωντανούς κόσμους. Τα πάντα αναπνέουν, τα πάντα κινούνται και είναι μία υπέροχη εμπειρία το να χαζεύετε τα σύννεφα στον Hunrath, τις λάμψεις στον Soria, τις μηχανές στον Kaptar ή τα πουλιά στον Maray. Δε μπορώ να σας περιγράψω το επίπεδο λεπτομέρειας των κόσμων του Obduction. Τα textures είναι εκπληκτικής ποιότητας (πρέπει να δείτε τις βρεγμένες πέτρες για να καταλάβετε τί εννοώ), ο ορίζοντας είναι ανοιχτός και τα πάντα διακρίνονται, τα ποτάμια και οι καταρράκτες είναι μία απόλαυση, ενώ τα ειδικά εφέ εντυπωσιάζουν. Οι δε κόσμοι είναι η απόδειξη της ευφυίας, της φαντασίας και της δημιουργικότητας της Cyan, ανεξάρτητα από τη στρυφνότητα των γρίφων. Οι τρεις από τους τέσσερις κόσμους είναι μεγάλοι, ενώ ο Soria είναι αρκετά μικρότερος σε μέγεθος, κυρίως επειδή αποτελεί τα τελευταία σας βήματα πριν το τέλος. Και οι τέσσερις, πάντως, διακρίνονται από απαράμιλλης αισθητικής σχεδιασμό με τρομερή φαντασία και εκπληκτικές τοποθεσίες. Η δε μεταφορά από κόσμο σε κόσμο ενθουσιάζει με ένα τρομερό εφέ διάσπασης και συνένωσης των “πίξελ”-μορίων της οθόνης.

Obuction Review

Η κίνηση των μηχανών αυτών είναι ένα οπτικό και ηχητικό αριστούργημα.

Όλα τα παραπάνω, δυστυχώς, δικαιολογούν τη γκρίνια των κατόχων PC και επιβεβαιώνουν τις αρνητικές κριτικές. Το PS4 Pro μου αγκομαχούσε, πρέπει να δούλευε στο φουλ καθόλη την διάρκεια του παιχνιδιού. Το δε frame rate πρέπει να κυμαινόταν στο μεγαλύτερο μέρος στο όριο του 15, ενώ σε πολλά σημεία (όπως το κατά τα άλλα εκπληκτικό εφέ μεταφοράς) το παιχνίδι κολλούσε κανονικά. Και εδώ η νοσταλγία των Myst ξαναχτύπησε, καθώς θυμήθηκα όταν έτρεχα από κατάστημα σε κατάστημα για να τοποθετώ μνήμες και να κατεβάζω drivers μπας και τρέξει καλύτερα. Ειλικρινά πιστεύω ότι στο απλό PS4 το παιχνίδι πρέπει να είναι unplayable. Προσφέρονται κάποιες ρυθμίσεις στα γραφικά, αλλά δεν έχουν και μεγάλο αποτέλεσμα.

Και έτσι δικαιολογείται και το ότι η συμβατότητα με το PS VR είναι άφαντη μέχρι τώρα. Η Sony έχει υπεραυστηρούς κανόνες για κάθε VR παιχνίδι, ώστε να σιγουρεύει το ομαλό frame rate και γενικά την ομαλή λειτουργία σε VR mode. Στο πλαίσιο αυτό, έχει ένα στάδιο έγκρισης που σε περίπτωση αποτυχίας οι δημιουργοί παίρνουν πίσω το παιχνίδι τους, το αλλάζουν και ξανακάνουν την αίτηση για έγκριση. Το Obduction όπως είναι σήμερα θεωρώ πως ποτέ δεν θα μπορέσει να περάσει το στάδιο αυτό. Χρειάζεται να αλλάξουν το παιχνίδι συθέμελα (και έχουν ήδη ξεκινήσει τις αλλαγές απ' όσο διαβάζω), ώστε να αποφύγουν την τόση λεπτομέρεια στα textures, τα τόσα εφέ και κυρίως να τοποθετήσουν εμπόδια εδώ και εκεί ώστε να αποφεύγεται η θέα προς τον ορίζοντα. Και είναι κρίμα, γιατί θεωρώ ότι το Obduction εξαρχής σχεδιάστηκε με το VR στο μυαλό των δημιουργών. Τα πάντα, από την κίνηση, τους κόσμους, το gameplay φωνάζουν VR. Και πόσο θα ήθελα να βρεθώ σε αυτούς τους κόσμους. Αγωνιώ πραγματικά. Ακόμα και αν πρέπει να ξαναλύσω τους εκνευριστικούς γρίφους, θα το ξανάκανα με μεγάλη ευχαρίστηση.

Τα μουσικά κομμάτια που ακούγονται στο παιχνίδι είναι αρκετά καλά, αν και σε κανένα βαθμό δεν πλησιάζουν τους εκπληκτικούς ambient ήχους του Riven ή τις φοβερές ενορχηστρώσεις του Myst 4. Είναι τίμια, αν και δε θα τα θυμάστε μετά το τέλος. Στον αντίποδα τα ηχητικά εφέ, που όμοια με τα γραφικά, υπερέχουν τεχνικά.

Obuction Review

Οι φωτοσκιάσεις σε όλους τους χώρους εντυπωσιάζουν.

Γενικά η Cyan ήταν πάντα πολύ πιο μπροστά από την εποχή της, χωρίς δυστυχώς να συμβιβάζεται σε τίποτα. Από το εκπληκτικά οργανωμένο Uru μέχρι και το Obduction, πάντα είναι θύμα του εκάστοτε τεχνολογικού περιορισμού. Αυτό που ήθελε η Cyan στην περίπτωση του Obduction είναι να φτιάξει κόσμους ολοζώντανους, πολύχρωμους, πανέμορφους, με τεράστιο βάθος στη λεπτομέρεια, από τους οποίους να μη θέλετε να βγείτε. Αποτυγχάνει, όμως, γιατί το παιχνίδι είναι υπερβολικά βαρύ και σε συνδυασμό με την κούραση του πηγαινέλα, καταντάει εκνευριστικό. Τα loading times είναι πολλά, το frame rate χαμηλό και όλα αυτά χαλάνε την εμπειρία. Οι χρήστες PC με μηχανήματα-τέρατα, πιστεύω και ελπίζω πως θα βιώσουν την εμπειρία όπως τη φαντάστηκαν οι δημιουργοί.

Το Obduction δεν είναι απλά διάδοχος των Myst, στην ουσία είναι ένα Myst. Οι κόσμοι του είναι πανέμορφοι, οι γρίφοι του είναι έξυπνοι αν και παιδεύουν, τα εφέ του εντυπωσιακά. Δυστυχώς, όμως, δεν είμαστε πλέον στο 1993. Και όση νοσταλγία και αν έχουμε για το παρελθόν, η σειρά Myst πρέπει να μείνει στην ιστορία και τα νέα παιχνίδια να προσπαθούν να δημιουργήσουν την δική τους. Η Cyan μένει κολλημένη σε αυτό που γνωρίζει καλύτερα, επιλέγει τις ασφαλείς επιλογές, πλην όμως πέφτει μόνη της στην παγίδα αποφεύγοντας τα ρίσκα και προκαλώντας τα ίδια προβλήματα με τότε. Συνιστώ το Obduction κυρίως για την απίστευτη ομορφιά των κόσμων του και εύχομαι κάποια στιγμή να το μπορέσουμε να το απολαύσουμε στο PS VR.

  • Εκπληκτικοί κόσμοι με τεράστια λεπτομέρεια στα γραφικά
  • Ηχητικά και ειδικά εφέ
  • Προκαλεί το μυαλό
  • Θυμίζει Myst
  • Θυμίζει Myst
  • Οι γρίφοι που απαιτούν μετακίνηση μεταξύ κόσμων
  • Υπερβολικά βαρύ με χαμηλό frame rate (τουλάχιστον στο PS4)

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 7.0

ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ:PS4 (review στο Pro), PC / Oculus Rift / HTC Vive
ΑΝΑΠΤΥΞΗ:Cyan
ΕΚΔΟΣΗ:Cyan
ΔΙΑΘΕΣΗ:-
ΕΙΔΟΣ:Adventure
ΠΑΙΚΤΕΣ:Single-player
ΕΠΙΣΗΜΟ SITE:http://obduction.com/
HM. ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ:24/8/2016 (PC), 29/8/2017 (PS4)
PEGI:12
Rate this item
(0 votes)
back to top